1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της