1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο