1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας