1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος