1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης