1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Και διατί άραγε θα καταστρέψουν χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν