1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας