1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού