1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του