1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος