1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος