1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης