1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις