1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει υιός της Αφροδίτης αποφάσισας προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος