1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της