1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν