1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος