1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Και διατί άραγε θα καταστρέψουν ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν