1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή