1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη