1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν